Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

secondary stress


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο secondary παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: stress
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
secondary adj(second in importance)δευτερεύων μτχ ενεστ
 (καθομιλουμένη, μτφ)δεύτερος επίθ
 Safety's our main concern; all other matters are secondary.
 Η ασφάλεια είναι το κύριο μέλημα για μας. Όλα τα άλλα θέματα είναι δευτερεύοντα.
secondary adj(importance: minor)δευτερεύων μτχ ενεστ
 We'll address these secondary concerns another time.
 Θα αντιμετωπίσουμε αυτές τις δευτερεύουσες υποθέσεις μια άλλη φορά.
be secondary to [sth] v expr(be of lesser importance than [sth])δευτερεύων σε σχέση με κτ περίφρ
 (καθομιλουμένη)δευτερεύων δίπλα σε κτ περίφρ
 Looks are secondary to a great sense of humor.
secondary adj(source: derived)δευτερεύων μτχ ενεστ
  δευτερογενής επίθ
 Wikipedia relies mainly on secondary sources.
 Η Βικιπαίδεια βασίζεται κυρίως σε δευτερογενείς πηγές.
secondary adjUK (relating to secondary school)δευτεροβάθμιος επίθ
 She never got past secondary education.
 Ποτέ δεν προχώρησε πέρα από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
post secondary,
post-secondary
adj
(education: tertiary)μεταδευτεροβάθμιος επίθ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 The scheme is intended to address the specific needs of post-secondary students. We provide courses for learners at a post-secondary, but not tertiary, level.
secondary education n(education at high-school level)δευτεροβάθμια εκπαίδευση έκφρ
secondary evidence n(law: indirect proof) (νομικά)έμμεση μαρτυρία έκφρ
secondary industry n(manufacturing, services, etc.)δευτερογενής τομέας επίθ + ουσ αρσ
 (επίσημο)βιομηχανία του δευτερογενούς τομέα περίφρ
secondary road n(arterial road)δευτερεύουσα οδός έκφρ
 The road south was a secondary road, and in very bad condition.
secondary school n(junior, senior high)δευτεροβάθμιο σχολείο επίθ + ουσ ουδ
  σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης περίφρ
 (καθομιλουμένη)γυμνάσιο και λύκειο περίφρ
 Jimmy starts secondary school tomorrow.
 Ο Τζίμι ξεκινάει αύριο το γυμνάσιο.
secondary source n(supplementary reading)δεύτερη πηγή επίθ + ουσ θηλ
secondary teacher n(educator in a high school)καθηγητής δευτεροβάθμιας εκπάιδευσης περίφρ
secondary-school student,
UK: secondary-school pupil
n
(pupil at high school)μαθητής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης περίφρ
 New figures show record high achievements for secondary-school pupils.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση secondary stress στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «secondary stress».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!